top of page
ITP_Logo_.png

14 χρόνια μετά

2 Αυγ
διαβάστηκε 9 λεπτά

Προσωπείο Διονύσου
Προσωπείο Διονύσου

14 χρόνια αργότερα, πέρασα μία εβδομάδα στη πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα.


Θυμήθηκα διαδρομές; Ναι, θυμήθηκα.


Πέρασα από σημεία που μου έφεραν κάποια ανάμνηση; Φυσικά.


Με τίμησε με τη φιλοξενία του το μουσείο της Ακρόπολης; Εννοείται.


Αναγνώρισα την πόλη μου; Δεν είμαι σίγουρος.


Νοστάλγησα; Δεν γνωρίζω ακόμη.


Κίνητρο για αυτή την επίσκεψη μετά από τόσα χρόνια ήταν η κόρη μου. Την οποία πήραμε από την Ελλάδα λίγο καιρό αφού έκλεισε τον πρώτο χρόνο ζωής της, και έκτοτε ζει στο εξωτερικό.


Έτσι, μεγάλωσε μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ηνωμένου Βασιλείου.

Έφθασε όμως σε ηλικία που άρχισε να αναρωτιέται για τις ρίζες της. Ξεκίνησε να διαβάζει βιβλία για το μεγαλείο της Ελλάδας. Ασχολείται με την σύγχρονη ιστορία της και προσπαθεί να συνθέσει ένα δύσκολο παζλ.


Διαβάζει στατιστικές και βρίσκει στοιχεία για το δημογραφικό, την οικονομία, και τις ροές προσφύγων και μεταναστών. Διαβάζει για την Οθωμανική αυτοκρατορία, την Ελληνική Επανάσταση και την σημερινή σχέση της Ελλάδας με την Κύπρο.


Μία ιστορία όμως γραμμένη με μελάνι σε ένα χαρτί (ή καλύτερα σε γραμματοσειρά Arial σε ένα tablet) δεν αποκτά προσωπικότητα. Δεν έχει οπτική ανταπόκριση. Δεν γίνεται να συνδέσεις σκόρπια κείμενα, εάν δεν περπατήσεις μέσα στον χώρο για τον οποίο συγκεντρώνεις πληροφορίες.


Έτσι φέτος, πήραμε την απόφαση να περάσουμε τη μία εβδομάδα από τις διακοπές μας, στην Αθήνα.


Δεν ξέχασα γιατί έφυγα από την Ελλάδα, ούτε παρέβλεψα την κατάσταση της χώρας, σε όλα τα επίπεδα. Αυτό όμως δεν μου επιτρέπει να μην αφήσω την ίδια να διαμορφώσει τη δική της άποψη, όσο αυτή μπορεί να διαμορφωθεί μέσα σε μία εβδομάδα.


Εδώ όμως, θα γράψω - μετά από πολλή σκέψη -  τη δική μου πλευρά.


Φθάσαμε στο Ελευθέριος Βενιζέλος, παραλάβαμε βαλίτσες και βγήκαμε έξω, κάτω από τον Αττικό ουρανό και καλοκαιρινό καιρό να παραλάβουμε το αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει.

Πολλοί τουρίστες, ίσως άλλοι τόσοι Έλληνες της διασποράς ως επισκέπτες.


Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι άκουγες να μιλάνε περαστικοί στα Ελληνικά (!) Ήταν τρελό να καταλαβαίνεις αμέσως τι λέει η κυρία δίπλα που ήταν στο τηλέφωνο και έλεγε στον άντρα της για τη φίλη της “το και το”. Δεν χρειαζόταν πλέον να μεταφράζω τον Σκωτσέζο πλάι μου στα Αγγλικά και μετά στα Ελληνικά. Ούτε να ακούω τα ακαταλαβίστικα του Σκανδιναβού απέναντι, ούτε τον έντονο(?) διάολο του Άραβα πίσω.


Παραλάβαμε το αυτοκίνητο από τον επίσης Έλληνα(!) που μίλαγε Ελληνικά(!).


Με πολλή ευγένεια, η συναλλαγή ήταν σύντομη και ξεκάθαρη. Φορτώσαμε τις βαλίτσες και φύγαμε για το αγαπημένο μου προ 14ετίας τυροπιτάδικο. Δεν ήξερα εάν θα ήταν ακόμη στη θέση του, και εάν ήταν, εάν θα είχε αλλάξει είτε το οίκημα είτε οι γεύσεις.


Προς μεγάλη μου έκπληξη, το κτίριο ήταν ακριβώς το ίδιο! Και οι γεύσεις επίσης! Ακόμα και η υπεύθυνη ήταν η ίδια, λίγο αλλαγμένη στην όψη – όπως άλλωστε και εγώ.

Πήραμε τον δρόμο για το ξενοδοχείο, τρώγοντας την πίτσα με λύσσα και πίνοντας τον “freddo cappuccino” σαν βεδουίνοι στην έρημο.


Η Αττική οδός ίδια όπως την αφήσαμε. Ίσως με λίγη περισσότερη κίνηση – και με χαμηλότερα όρια ταχύτητας εάν θυμάμαι καλά – αλλά εντελώς ίδια. Η έξοδος στο “Δαχτυλίδι” ίδια! Η άνοδος της Κηφισίας, ίδια. Ίδιες λωρίδες, ίδιο οδόστρωμα, τα ίδια κτίρια.


Φθάσαμε στο ξενοδοχείο. Παρά την κούραση από το ταξίδι, πήραμε το δρόμο για… όπου βγει!


Πρώτα από όλα, για το σπίτι μας όπου γεννήθηκε η μικρή. Εδώ ήταν που γεννήθηκες. Εδώ σε βγάζαμε βόλτα με το καρότσι. Εδώ πίναμε καφέ με τη μαμά. Εδώ ήταν που έμεναν οι φίλοι μας Δέσποινα, Αντώνης, Μαριαλένα, Ιορδάνης…


Δεν προλαβαίναμε να “πιούμε” όλη την Αττική σε λίγες ώρες, πόσο μάλλον να “καταναλώσει” τις πληροφορίες η μικρή. Κι όμως προσπαθούσαμε.


Μετά ξενοδοχείο, έξω το βράδυ για φαγητό.


Σειρά την επομένη είχε φυσικά το Μουσείο της Ακρόπολης.

Βρήκαμε να παρκάρουμε σε ένα στενό στο Κουκάκι, πολύ κοντά στην είσοδο. Περπατώντας στα στενά μέχρι το μουσείο, παρατηρήσαμε τις κλειδοθήκες στις εισόδους πολυκατοικιών(!)


Στα σπίτια έμπαιναν και έβγαιναν κυρίως τουρίστες, με σαγιονάρες, πετσέτες θαλάσσης ή με κάποιο χάρτη στα χέρια. Στη Χατζηχρήστου όλα αυτά(!) που πριν πήγαιναν για το τρόλεϊ άνθρωποι που μισο-νυσταγμένοι ξεκίναγαν για τη δουλειά τους, ή επέστρεφαν αργά το απόγευμα.


Στρίψαμε αριστερά στη Μακρυγιάννη και ξαφνικά είδα απέναντι… την Πλάκα(?!) Γεμάτο τουριστικά καφέ, μαγαζιά με αναμνηστικά και μαγνητάκια. Νόμιζα για μία στιγμή ότι μπήκαμε κατά λάθος στην Κυδαθηναίων. Μα όχι. Να η είσοδος του Μουσείου.


Η επίσκεψη του νέου Μουσείου της Ακρόπολης ήταν η πρώτη και για τους τρεις μας. Ένας θαυμάσιος χώρος, με πολύ ευγενικό προσωπικό – ίσως περισσότερο ευγενικό από όσο θα έπρεπε. Οι πληροφορίες συνέχιζαν να καταιγίζουν το μυαλό της μικρής, και εμείς ξαφνικά θυμηθήκαμε από που καταγόμαστε.


Περάσαμε περίπου τρεις ώρες εξετάζοντας τα εκθέματα, θυμωμένοι για την απουσία της έκτης

Καρυάτιδες
Καρυάτιδες

Καρυάτιδας, περήφανοι όμως που από την είσοδο κιόλας, σου δίνονται – επιτέλους – οι πραγματικές πληροφορίες για την επέλαση του Έλγιν και την πλαστογραφία που έκανε.

Καταλήξαμε στον εξωτερικό χώρο του εστιατορίου για φαγητό και καφέ, με φόντο απέναντι την ίδια την Ακρόπολη.


Με όση περηφάνεια συλλέξαμε, φουσκωμένοι σαν παγώνια και οι τρεις μας, ως γνήσιοι Έλληνες, πήραμε το δρόμο για τη Βάρκιζα, και πιο συγκεκριμένα με προορισμό τον Ζάχο. (Εάν δεν ξέρετε τον Ζάχο, δεν αξίζει αυτό το κείμενο.)


Κατεβήκαμε τη Συγγρού, βγήκαμε παραλιακή και ανοίξαμε τα παράθυρα να μυρίσουμε την αλμύρα του Σαρωνικού και να μας χτυπήσει η υγρασία του. Ίδιες μυρωδιές, ίδιο οδόστρωμα, ίδια εικόνα. Επί της Ποσειδώνος. Και μέχρι τον Άλιμο.


Γιατί κάτω από την Ποσειδώνος στο Δέλτα του Φαλήρου, είδαμε ένα over-development που λέμε και στο χωριό μου. Στρυμωγμένοι χιλιάδες κόσμου και εκατοντάδων αυτοκινήτων, σε κάποια ακαταλαβίστικα στενά, που κατέληγαν σε αδιέξοδα. Το θωρηκτό Αβέρωφ αποκλεισμένο πλέον από την εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο, δεξιά ένας μεγάλος χώρος σαν αλάνα που ενημερωθήκαμε ότι είναι πλέον η “Πλατεία Νερού” (WTF!) ενώ το εκκλησάκι στο δέλτα που παλιά συγκεντρωνόμασταν για προπόνηση με την ομάδα, μόλις που κατάφερα να το διακρίνω περνώντας με το αυτοκίνητο.


Φυσικά δεν σταματήσαμε σε αυτό τον πανικό, ούτε διανοηθήκαμε να χάσουμε χρόνο στρυμωγμένοι και σπρώχνοντας ανάμεσα σε χιλιάδες.


Συνεχίσαμε για Άλιμο, Άγιο Κοσμά… μα δεν υπάρχει πλέον Άγιος Κοσμάς!!!


Όλη αυτή η παραλιακή διαδρομή που αγαπάμε να θυμόμαστε, από την λεωφόρο Αλίμου σχεδόν, και μέχρι και την Γλυφάδα, δεν υπάρχει πια! Δεν υπάρχει παραλία! Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση! Μόνο πάνελ που κρύβουν εργοτάξια και γερανοί που ανεβοκατεβάζουν υλικά.


Οι ιστορικές αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά άφαντες!


Με την απογοήτευση μας να χτυπά το στομάχι, συνεχίσαμε για να δούμε που θα ξαναδούμε πάλι παραλία. Ευτυχώς η Γλυφάδα είχε ακόμη παραλιακό μέτωπο και συνεχίζοντας είδαμε ότι διασώθηκε και το θρυλικό “Bo”, έστω και εάν του έχουν αλλάξει όνομα πλέον. Ψάχνοντας για το περίπτερο με το φτυάρι στη στροφή για Καβούρι, είδαμε απλά ένα πεζοδρόμιο.


Συνεχίσαμε την ανηφόρα που οδηγεί στη Βουλιαγμένη. Ίδια βενζινάδικα, ίδιο οδόστρωμα, ίδιες λωρίδες κυκλοφορίας, ίδια φανάρια. Ίδια Βουλιαγμένη!


Μετά λιμανάκια (ευτυχώς έβαλαν τοιχία πλέον, να αποφύγουν τις καταδύσεις οι μηχανές και τα αυτοκίνητα) Island, και τελική ευθεία για Ζάχο.


Η Βάρκιζα γεμάτη! Κόσμος, αυτοκίνητα, νέα καταστήματα, αλλά το κλασσικό περίπτερο-σούπερ μαρκετ δεξιά ίδιο, όπως και ο φούρνος του Γεωργιάδη, αν και κλειστός γιατί ήταν πλέον αργά το απόγευμα. Και Ω! Ο αγαπημένος μου Ζάχος ακόμη εκεί! Κατά πολύ μεγαλύτερος, μάλλον διπλάσιος σε έκταση και χωρητικότητα, αλλά ακόμη εκεί!


Ίδιες γεύσεις, ίδιες μυρωδιές, ίδιες συνταγές, ίδια καθίσματα, ίδια τραπέζια!


Η μικρή κατάλαβε τι πάει να πει “street food” στην Ελλάδα.


Με γεμάτο στομάχι και τη μυρωδιά της τσίκνας στη μύτη, ανηφορίσαμε για το ξενοδοχείο, περνώντας τον δρόμο της Βάρης όπου τα κλασσικά καταστήματα ήταν σαφώς λιγότερα από όσο τα θυμόμουν. Τσολιάδες με γκλίτσες, ούτε για δείγμα. Βγήκαμε λεωφόρο Βουλιαγμένης, και θυμήθηκα την Βούτα.

Δεν μίλησα, γιατί θα απαιτούνταν εξηγήσεις.


Η παλιά Αμερικάνικη βάση αριστερά, το υδραγωγείο ακόμη εκεί και πλέον έψαχνα για τον σκουριασμένο και παρατημένο σήμα της Ολυμπιακής δεξιά, όπου προς μεγάλης μου έκπληξης ήταν πλέον καθαρό και φωταγωγημένο!


Η συνέχεια του δρόμου ίδια όπως την είχαμε αφήσει. Μέχρι το ύψος τη Δάφνης. Η Γυμναστική Ακαδημία με πανό, σκουριασμένα κάγκελα, ήταν και βράδυ πλέον και έδειχνε εγκαταλελειμμένη. Γνωρίζετε εάν όντως λειτουργεί ακόμη;


Πιο κάτω, τα καταστήματα επίπλων αλλά και τα λοιπά καταστήματα, κλειστά, ψιλο-ετοιμόρροπα, αφημένα. Ο δρόμος σκοτεινός, ή αν μη τι άλλο όχι φωτισμένος σωστά. Βγήκαμε Αρδηττού, δεξιά να δούμε το Καλλιμάρμαρο. Αυτό το καλλιτέχνημα, με την βαριά ιστορία των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων! Το αγαπημένο μου στάδιο, αφού εκεί έκανα έφηβος χειμερινή προετοιμασία και έτρεχα στο πέταλο πίσω του! Αλήθεια, ξέρει κανείς; Έχουν βάλει πλέον εισιτήριο για να το επισκεφθείς;


Στη συνέχεια η Κηφισίας στην άνοδο ίδια, ίδιο οδόστρωμα, ίδια φανάρια, ίδιες λωρίδες, μόνο το Hilton άλλαξε όνομα (όπως και πολλά άλλα ξενοδοχεία από όσο παρατήρησα) και ένας Σκλαβενίτης που άνοιξε σε ένα πανέμορφο κτίριο μετά την Αλεξάνδρας αριστερά.


Μετά Ψυχικό, Μαρούσι (έδειχνε να έχει χάσει τη παλιά του αίγλη εκεί στο 10-12), Golden Hall, Mall, κτήμα Συγγρού, Κηφισιά… τα ίδια πάνω κάτω με πολύ μικρές αλλαγές.


Στις δύο ή τρεις μέρες της αυτό-ξενάγησής μας, ήρθε η ώρα να παραδεχθώ εγώ μία δική μου αλλαγή.


Τους δρόμους που έβλεπα μεγάλους, μου φαίνονταν πλέον μικροί. Εκεί που πήγαινα με 100 γιατί “Εδώ είναι μεγάλος δρόμος και ανοιχτός” πλέον πήγαινα με 60, γιατί ήταν στενά.


Όταν αποφασίσαμε να πάμε στο κέντρο της Αθήνας, οι δρόμοι ήταν ακόμη μικρότεροι. Περάσαμε από τα θρυλικά Εξάρχεια και ανεβαίνοντας τη Σολωμού, ένοιωθα ότι θα έπαιρνα αμπάριζα όλα τα παρκαρισμένα. Η πλατεία που κάποτε έσφυζε από φοιτητές, καλλιτέχνες και λοιπούς, πλέον κλεισμένη με μεταλλικά παραπετάσματα και όλοι οι τοίχοι με γκράφιτι που τίποτα δεν είχαν να προσφέρουν, παρά μόνο να αφαιρέσουν από την αισθητική του καθένα και να προσδώσουν μία (τεχνητή?) αίσθηση υποκουλτούρας και περιθωρίου χωρίς σκοπό. Η Στουρνάρη στο πλάι του Πολυτεχνείου στο ίδιο μοτίβο, βρώμικη, με το γκράφιτι του κάθε πονεμένου που ήθελε να γράψει το ψευδώνυμό του σε τοίχο, και μόνο ένα καφέ ανοιχτό με κάποιους μάλλον φοιτητές που ξεχάστηκαν στην Αθήνα Ιούλιο μήνα.


Δεξιά η κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, με το κεφάλι του Σβορώνου, με την Εθνική συνείδηση να το ταυτίζει με την εξέγερση του Πολυτεχνείου και δίπλα η ιστορική σιδερένια πόρτα, με εμφανή τα σημάδια της δικτατορίας επάνω της (και επάνω μας). Απέναντι το κτίριο του ξενοδοχείου Ακροπόλ, και ακολουθεί “μάθημα” ιστορίας για τα τεκταινόμενα και πεπραγμένα σε εκείνα τα οικοδομικά τετράγωνα πίσω στο 1973.


Ανηφορίσαμε την Λ. Αλεξάνδρας να καμαρώσω για τελευταία μάλλον φορά και μετά από τόσα χρόνια, το ιστορικό γήπεδο του Παναθηναϊκού, με τη θύρα 13, τον τάφο του Ινδού και τα πράσινα καφέ γύρω του.


Αριστερά, πάλι Κηφισίας, επιστροφή για ξεκούραση.


Το απόγευμα, καφέ με τον γείτονα και φίλο Αντώνη, να ξανά-γνωριστούμε, να θυμηθούμε, να γελάσουμε και να ειδωθούμε.


Την επόμενη πρωινό και καφέ στο αγαπημένο Best Friends κάτω από τα πλατάνια. Λίγο ή πολύ, το ίδιο και αυτό. Μεγαλύτερο, έχει επεκταθεί πλέον στο πρώην πεζοδρόμιο, και έχει πλατύνει προς… δεν ξέρω πια κατεύθυνση, αλλά πλέον μεγαλύτερο. Όχι τόσο εντυπωσιακό όσο φαινόταν παλιά, αλλά ίδια ποιότητα φαγητού και καφέ, και ένα περιβάλλον που όντως σε ευχαριστεί, ιδιαίτερα το καλοκαίρι.


Σήμερα θα πηγαίναμε στην Πλάκα. Για καφέ. Μπήκαμε με το αυτοκίνητο μέσα στα στενά της Πλάκας, στριμώχνοντας τους τουρίστες στα μικρά πεζοδρόμια. Περάσαμε έξω από το σπίτι του Αντωνάκη και της κυρίας Ελένης Κοκοβίκου, και την μορφή της κυρίας Ξ. Παπαμήτρου να μεταφράζει την Ελληνική νοοτροπία.


Αριστερά τώρα για τον Σάββα ή τον Μπαϊρακτάρη μα φευ! Ή δεν θυμόμουν εγώ ακριβώς το σημείο, ή… Ούτως ή άλλως, το παρκάρισμα θα ήταν λίγο challenge σε εκείνο το σημείο, για πολλούς λόγους.


Και ήρθε η ώρα της Ομόνοιας. Να δούμε πως είναι πλέον η πλατεία. Σε άλλο σχήμα ξανά, με άλλη κυκλοφορία ξανά, αλλά το σιντριβάνι (ή τουλάχιστον ένα από τα σιντριβάνια) εκεί! Μαζί με έναν ξάπλα στο γρασίδι, που κέντρισε φυσικά την προσοχή της μικρής. Όπου πρέπει να εξηγήσουμε πλέον το ποιόν της περιοχής, και με την ευκαιρία της παρουσίας μας εκεί, περάσαμε με το αυτοκίνητο και τις πόρτες διπλό-κλειδωμένες από την Αγίου Κωνσταντίνου, στρίψαμε σε ένα στενό αριστερά και βγήκαμε στην Πειραιώς για να κάνουμε τον κύκλο μέχρι την πλατεία και πάλι.


Πήραμε όλη την “ομορφιά” της περιοχής και ενώ προσπαθήσαμε να την κρύψουμε στην πίσω τσέπη του τζιν και να συνεχίσουμε, έπρεπε να περιγράψουμε την κατάσταση – όσο μπορούμε να τη γνωρίζουμε και εμείς – στην μικρή, που μέχρι στιγμής ρουφούσε την Ελλάδα μέσα της με θαυμασμό, έκπληξη και ίσως λαιμαργία.


Το θέαμα συγκεντρωμένων τοξικομανών, σαν ζωντανά ζόμπι, άστεγων, παρανόμων και παρείσακτων, ταυτόχρονα με την παρουσία της Αστυνομίας, σε μία έκταση κάποιων τετραγώνων, πυροδότησε μία συζήτηση περί “γιατί” και “πως”, στην οποία τίποτα δεν είχαμε δυστυχώς να προσφέρουμε, πέρα από την λύπη την απογοήτευσή μας. Ποτέ η περιοχή της Ομόνοιας δεν ήταν Κηφισιά ή Εκάλη, αλλά η περιοχή μου έμοιαζε με γκέτο (που ποτέ δεν ήταν) ή με κάποιο Estate όπως το λένε στην Αγγλία η Project όπως το λένε στην Αμερική.



Λίμνη Βουλιαγμένης
Λίμνη Βουλιαγμένης

Για να “ισορροπήσουμε” την ασχήμια, κανονίσαμε να πάμε για φαγητό στη λίμνη της Βουλιαγμένης. Βράδυ πια, η λίμνη φωτισμένη, εμφανώς διαφορετική από ότι την θυμόμαστε, με οργανωμένη reception στην είσοδο, decks, πολλά περισσότερα τραπέζια, tablets για το προσωπικό και ασυρμάτους ενδοσυνεννόησης.


Το φυσικό περιβάλλον φυσικά το ίδιο όμορφο, το ίδιο επιβλητικό.


Οι μέρες μας στην Αθήνα, αναλώθηκαν σε πολλές διαδρομές, πάρα πολλά χιλιόμετρα (νομίζω γύρω στα 2,000 σε 6 ημέρες), σε μέρη που συχνάζαμε μέχρι πριν, στο Τατόι, στο Σχοινιά, στη Χασιά, στο Μαραθώνα. Η πόλη παραμένει ίδια. Κάποια μέρη όμως είναι αγνώριστα. Όχι απαραίτητα βελτιωμένα. Η πόλη δείχνει χωρισμένη στα δύο: στους έχοντες και στους μη.


Περιοχές που δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν από το Covent Gardens ή το Mall of the Emirates, και περιοχές που μοιάζουν με το Camden. Περιοχές που κάνουν τα Dubai Fountains να μοιάζουν νεροπίστολα και περιοχές που το Islington και το Birmingham μοιάζει ασφαλές.


Δεν θα αναφερθώ στους λόγους που 14 χρόνια απέφυγα να επισκεφθώ την γενέτειρά μου. Είναι πολύ προσωπικοί και ακόμα υπάρχουν γρατζουνιές. Όφειλα όμως να δείξω στην κόρη μου από που προέρχεται. Που γεννήθηκε. Πως είναι η καθημερινότητα εκεί. Δεν είδε όλη την έκταση. Αυτό είναι σίγουρο. Επιλέξαμε να της δείξουμε την ωραία πλευρά της πόλης με ολίγον από ασχήμια.


Εγώ όμως, διέκρινα κάτι άλλο.


Και βασικά διέκρινα ότι η Αθήνα παραμένει η ίδια. Με ίδιους δρόμους, ίδια οδοστρώματα, ίδια φανάρια. Ταυτόχρονα άλλαξε. Έκλεισε προσβάσεις, έκρυψε ομορφιές, συγκέντρωσε μάζες.


Ήλπιζα ότι μετά από την πολύχρονη περιπέτεια της χώρας, θα είχε συνταχθεί ένας στρατηγικός σχεδιασμός αναπλάσεων, επενδύσεων, παραγωγικών τοποθετήσεων.


Αντ’ αυτού είδα τα ίδια αυθαίρετα κτίρια που φιλοξενούν βιοτεχνίες στην Λ. Καραμανλή, είδα ότι είναι ακόμη κλειστό και αναξιοποίητο το κτίριο του Λαϊνόπουλου στη Κηφισιά, είδα ότι η μόνη εμφανής “ανάπτυξη” βρίσκεται στα σούπερ μάρκετ, που έχουν ανοίξει κατά δεκάδες. Ακόμη και σε μικρά οικήματα, σε concept “Mini” ή “Express”.


Ξέρω, μία εβδομάδα μετά από τόσα χρόνια δεν είναι αρκετή για να κατανοήσει κανείς ή να αφομοιώσει την όποια αλλαγή.


Η αίσθηση που μου άφησε όμως η πόλη μου, είναι γλυκόπικρη.


Και ακόμη είμαι στη διαδικασία αφομοίωσης.


Το μόνο σίγουρο είναι ότι γέμισα που είδα ξανά τον Αντώνη και τον Κώστα, τον Νίκο με την Νατάσσα και τα παιδιά.

 
 
 

Σχόλια

Βαθμολογήθηκε με 0 από 5 αστέρια.
Δεν υπάρχουν ακόμη βαθμολογίες

Προσθέστε μια βαθμολογία
bottom of page